Βιογραφικό Γιάννη Λυμπερόπουλου

Ο Γιάννης Λυμπερόπουλος γεννήθηκε στην Κόνιτσα στις 21 Ιουνίου 1921, όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια και τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο. Στα Γιάννενα, τελείωσε το Γυμνάσιο στη Ζωσιμαία Σχολή. Ως τελειόφοιτος της Ζωσιμαίας σκηνοθέτησε και ανέβασε την Αντιγόνη του Σοφοκλή, προσαρμόζοντας τους στίχους του Σοφοκλή στη μουσική του Μέντελσον. Απέκτησε πτυχίο της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διδακτορικό δίπλωμα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Παρισίων (Σορβόννη). Στο Παρίσι παρακολούθησε μαθήματα Κοινωνιολογίας και Οικονομικών στο ίδιο πανεπιστήμιο.

Στα δύσκολα χρόνια της Ιταλογερμανικής Κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Υπήρξε από τους ιδρυτές του ΕΑΜ της Κόνιτσας και πρώτος Γραμματέας της Επαρχιακής ΕΠΟΝ. Αργότερα, ήταν υπεύθυνος της Γραμματείας Τύπου της Πανηπειρωτικής Επιτροπής του ΕΑΜ. Για ένα μήνα στα τέλη του 1943 βρέθηκε κοντά στον Άρη Βελουχιώτη στα βουνά της Ρούμελης.

Το 1944 επέστεψε στην Επαρχία της Κόνιτσας και ασχολήθηκε με πολιτιστικά θέματα της Αντίστασης, δημιουργία τοπικού λαϊκού θεάτρου, προβλήματα αυτοδιοίκησης, κ.α. Ως φοιτητής της Νομικής Σχολής εξελέγη αρχικά Πρόεδρος του Συλλόγου Ηπειρωτών Σπουδαστών, στη συνέχεια Πρόεδρος του Συλλόγου Επαρχιωτών Σπουδαστών, και τελικά Γενικός Γραμματέας της Πανσπουδαστικής Επιτροπής που ισοδυναμούσε τότε με την κατοπινή Εθνική Φοιτητική Ένωση Ελλάδας (ΕΦΕΕ). Με την ιδιότητα του αυτή ορίσθηκε Γραμματέας του ελληνικού τμήματος της Παγκόσμιας Οργάνωσης της Δημοκρατικής Νεολαίας (ΠΟΔΝ). Κατά το διάστημα 1947-1951 εξελέγη Πρόεδρος του Κ.Σ. της Δημοκρατικής Αριστερής Νεολαίας (ΔΑΝ), οργάνωσης νέων της Ένωσης Δημοκρατικών Αριστερών του Ιωάννη Σοφιανόπουλου. Σε μόνιμη αντίθεση και αντιπαράθεση με την επικρατούσα τότε ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης, επιστρατεύθηκε και υπηρέτησε τη θητεία του στη Μακρόνησο.

Από το 1950 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάσθηκε ως δικηγόρος και νομικός σύμβουλος επιχειρήσεων, ειδικευμένος σε θέματα εμπορικού και εργατικού δικαίου. Συνέγραψε άρθρα νομικής επιστήμης, και εξελέγη ως καθηγητής πανεπιστημίου αλλά δεν διορίσθηκε λόγω κοινωνικών φρονημάτων. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 παντρεύτηκε την Άννα Τσεκούρα, ανιψιά του Ιωάννη Σοφιανόπουλου, και απέκτησε δύο παιδιά το 1960 και 1963, αντίστοιχα. Στη δικτατορία συνελήφθη από την Ασφάλεια και κρατήθηκε φυλακισμένος στην Πεύκη σε πλήρη απομόνωση.

Στην Αθήνα δραστηριοποιήθηκε ανασυσταίνοντας την Αδελφότητα των Κονιτσιωτών, και το 1962 πήρε την πρωτοβουλία και εξέδωσε το περιοδικό «Κόνιτσα» που για μία εποχή θεωρήθηκε ως ένα από τα πιο συγκροτημένα και άρτια επαρχιακά περιοδικά. Το 1973 σταμάτησε την έκδοση του περιοδικού για να μην υποκύψει στη δημοσίευση προπαγανδιστικού για τη χούντα υλικού. Η αρθρογραφία του στο περιοδικό ήταν βασικά αγώνας για την συγκράτηση της εκκένωσης των χωριών και μελέτες για την βιωσιμότητα της επαρχίας. Οι σχεδιασμοί και τα προγράμματα ανάπτυξης που εκπόνησε έκαναν τον διευθυντή του περιοδικού «Οικονομικός Ταχυδρόμος», Γιάννη Μαρίνο, να χαρακτηρίσει τον συγγραφέα τους ως έναν σύγχρονο οραματιστή. Το σύνολο των σχετικών σκέψεων αυτής της εποχής στο περιοδικό «Κόνιτσα» δημοσιεύθηκαν στο δοκίμιο-μελέτη του «Βασικοί Αναπτυξιακοί Στόχοι (στο χώρο της ελληνικής επαρχίας)» (1966) και χρησίμευσαν ως βάση εισήγησης του συγγραφέα σε θέματα περιφερειακής ανάπτυξης στον Όμιλο Πολιτικής Έρευνας «Αλέξανδρος Παπαναστασίου», στον οποίο συμμετείχε το 1965.

Με βάση δημοσιεύματα στο περιοδικό «Κόνιτσα» που αναφέρονταν σε πολιτιστικά-ιστορικά θέματα, συγκροτήθηκαν τα δύο βιβλία του Γιάννη Λυμπερόπουλου, «Παζαριού Ανατομή» (1971) και «Ορεινοί και Μεθόριοι» (1972), που εκδόθηκαν στην Αθήνα υπό τον γενικό τίτλο «Νεοελληνική Πολιτιστική Μαρτυρία» και έλαβαν σημαντικές κριτικές σε εφημερίδες, περιοδικά, ΕΡΤ, κλπ. Τα δύο αυτά βιβλία, που, ενώ βρίσκονται στο χώρο της λογοτεχνίας, προσφέρουν στον αναγνώστη ένα πραγματικό θησαυρό κοινωνιολογικών, εθνολογικών και λαογραφικών στοιχείων, έγιναν αντικείμενα μελέτης και αντικείμενο μίμησης από πολλούς έλληνες διανοούμενους και διδάχτηκαν/διδάσκονται σε πανεπιστημιακές σχολές. Η σειρά των βιβλίων αυτών συμπληρώθηκε με τη μελέτη-δοκίμιο «Αναζητώντας τις Καταβολές» (1975) που αφορά στην ιστορική ανέλιξη της Κονιτσιώτικης κοινωνίας. Το 1980 δημοσιεύθηκε το βιβλίο του «Η Γούρνα που Κόχλαζε», ένα αφήγημα-χρέος του συγγραφέα προς την Εθνική Αντίσταση.

Όλα τα παραπάνω βιβλία μαζί με τα τελευταία του, «Αλή Πασάς και οι Βαθύτερες Καταβολές των Πολιτισμικών Επιδιώξεών του» (1998), «Κόνιτσα: Ιστορία και Πολιτισμός», τόμος Α' (2000) και τόμος Β' (2000), που εκδόθηκε το 2004 ως ενιαίος τόμος από το Δήμο Κόνιτσας, αλλά και πλήθος ιστορικών και αναπτυξιακών μελετών που δημοσιεύθηκαν ως άρθρα σε περιοδικά, αναφέρονται στην Κόνιτσα. Ενδεικτικοί τίτλοι αυτών των άρθρων είναι «Αρχαιολογική Ταυτότητα της Κόνιτσας», «Τράμπυα-Βούνιμα: Το Αρχαίο Ιερό του Οδυσσέα», «Παναγιώτης Ν. Χατζηνίκου-Κονιτσιότης: Ο Ευεργέτης», «Οι Μπέρκοι: Παλιά Κονιτσιώτικη-Ηπειρώτικη Οικογένεια Τιμαριούχων», «Το Παζάρι της Κόνιτσας», «Η Κόνιτσα στην Τουρκοκρατία», «Η Κόνιτσα και η Ελληνική Γλώσσα», «Η Τουρκοκρατία στην Κόνιτσα (Θέματα Διοίκησης)», «Η Ανάπλαση της Αγοράς της Κόνιτσας», «Η Βιωσιμότητα της Επαρχίας», «Βιοτεχνικό Πάρκο στην Επαρχία της Κόνιτσας», «Διασυνοριακός Χώρος Εμποροβιομηχανικών Δραστηριοτήτων», «Αποκέντρωση Διοικητική και Αυτοδιοίκηση», κ.α.

Πέραν αυτών, η πολυχρόνια παραμονή του Γιάννη Λυμπερόπουλου στην Αθήνα και η αστική του θητεία σε αυτή του έδωσαν την αφορμή για τη συγγραφή και δημοσίευση τριών πεζογραφημάτων υπό τον γενικό τίτλο «Αστική Θητεία». Τα πεζογραφήματα αυτά είναι τα «Ένταξη» (1973), νουβέλα που δημοσιεύτηκε λογοκριμένη από την κυβέρνηση Μαρκεζίνη, «Ουρλιαχτό» (1978), νουβέλα που αναφέρεται στο χώρο της αμφισβήτησης, και «Τελευταίο Δεκαπενθήμερο» (1989), μυθιστόρημα που αναφέρεται στη εσωτερική διαμάχη ενός επιχειρηματία που προέρχεται από την αριστερά και αναγκάζεται να αντιμετωπίζει με τη νέα του ιδιότητα όλα εκείνα τα προβλήματα στις σχέσεις εργοδότη-εργαζόμενου από την πλευρά που άλλοτε πολεμούσε.

Ο Γιάννης Λυμπερόπουλος συνέχισε να γράφει με νεανικό ενθουσιασμό σε προχωρημένη ηλικία, δημοσιεύοντας νουβέλες, διηγήματα και χρονικά, όπως τα «Στα Τρία Κυπαρίσσια» (2002), νουβέλα για τη μποέμικη φοιτητική ζωή των ετών 1945-47 στην Αθήνα με τραγικές εξελίξεις εξ αιτίας του εμφυλίου, «Έκτακτο Δρομολόγιο» (2003), συλλογή διηγημάτων από τη σύγχρονη ζωή, «Πράσινο Πολύτιμο Μετάξι» (2004), συλλογή τριών νουβελών από τα δύσκολα χρόνια, «Πουρείμ Απόψε» (2004), αναμνήσεις-χρονικό από τη Ζωσιμαία Σχολή του 1939, «Η Φυλλάδα της Άννας-Νικολάκαινας» (2004), χρονικό της δεκαετίας 1870 αναφερόμενο στη γιαγιά του από την πλευρά της μητέρας του, Άννα Μπεκιάρη το γένος Μπέρκου, «Αναμνήσεις από τα Χρόνια της Μεγάλης Πίκρας» (2005), χρονικό με αναμνήσεις από το Μακρονήσι (1947-49), το πριν και το μετά, «Ιππόκαμποι Καλπάζοντες» (2006), συλλογή τεσσάρων νουβελών, και «Και οι Αργαλειοί δε Δούλεψαν» (2008), νουβέλα.

Για το λογοτεχνικό έργο του Γιάννη Λυμπερόπουλου το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Κόνιτσας εξέδωσε σε τομίδιο τη μελέτη της Γεωργίας Λαδογιάννη, Καθηγήτριας του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, «Η Κόνιτσα ως υλικό ιστορίας και πρότυπο ύφους στα γραπτά του Γιάννη Λυμπερόπουλου» (Ιωάννινα 1998). Το 1990, το Ελληνικό Κράτος (Υπουργείο Πολιτισμού) του απένειμε τιμητική σύνταξη για την σημαντική του προσφορά στα ελληνικά γράμματα και τον ελληνικό πολιτισμό. Για την προσφορά του αυτή βραβεύθηκε επίσης σε ειδικές τελετές από την Ομοσπονδία Αδελφοτήτων Επαρχίας Κόνιτσας στις 3 Αυγούστου 1996 και από το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Κόνιτσας στις 22 Αυγούστου 1998. Στις 21 Οκτωβρίου 2007, τιμήθηκε με διάκριση σε ειδική εκδήλωση από τον Δήμο Ιωαννίνων, την Κοινότητα Νήσου, την Εταιρία Λογοτεχνών και Συγγραφέων Ηπείρου και το Περιοδικό Ηπειρωτικά Γράμματα για την συνολική προσφορά του.

Ο Γιάννης Λυμπερόπουλος ήταν ο πρώτος και ισόβιος Πρόεδρος του Ιδρύματος «Κλέαρχος Παπαδιαμάντης» και υπεύθυνος για τις δράσεις του Ιδρύματος μέχρι τον Οκτώβριο 2009 όπου έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 88 ετών.